Ως Αρτηριακή Υπέρταση ή όπως απλούστερα την αναφέρει ο λαός μας ¨Πίεση¨ ορίζουμε την εμμένουσα αύξηση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα, δηλαδή πάνω από 140/90 mmHg. Σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών τα όρια αυτά μπορεί να είναι διαφορετικά. Η αυξημένη αρτηριακή πίεση θα πρέπει να επιβεβαιωθεί με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις από τον ιατρό μας τόσο στο ιατρείο, όσο και με τη χρήση αυτόματων ηλεκτρονικών συσκευών καταγραφής της πίεσης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από όλους μας στο σπίτι. Επιπλέον σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και εφόσον κριθεί αναγκαίο από τον θεράπων ιατρό, μπορεί να τοποθετηθεί ειδική συσκευή 24ώρης καταγραφής της αρτηριακής πίεσης για ανίχνευση των μεταβολών τής στη διάρκεια μιας ολόκληρης φυσιολογικής ημέρας και νύχτας.
Η συχνότητα της υπέρτασης στις δυτικές κοινωνίες κυμαίνεται από 20-40% του πληθυσμού, ενώ σε άτομα άνω των 65 ετών μπορεί να καταλαμβάνει ποσοστό έως και 50%. Δυστυχώς όμως, παρά την εύκολη διάγνωση της, περισσότεροι από τους μισούς υπερτασικούς ασθενείς δεν γνωρίζουν ότι έχουν αυξημένη πίεση, ενώ δε από όσους το γνωρίζουν μόνο το ένα τρίτο φαίνεται να ελέγχει ικανοποιητικά την πίεση του. Πέραν του γεγονότος ότι δυστυχώς η υπέρταση είναι μια σιωπηλή νόσος έως ότου προκαλέσει επιπλοκές, και άλλοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου και του ανεπαρκούς προσυμπτωματικού ελέγχου από τον θεράποντα ιατρό, ευθύνονται για τα ποσοστά της αδιάγνωστης υπέρτασης.
Η αρτηριακή υπέρταση είναι ένας από τους συχνότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, δηλαδή οδηγεί σε επιπλοκές από πολλά όργανα. Αυξάνει τον κίνδυνο για έμφραγμα του μυοκαρδίου και αιφνίδιο καρδιακό θάνατο κατά 2,5 φορές, την καρδιακή ανεπάρκεια κατά 3-4 φορές, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια κατά 3 φορές, την περιφερική αγγειοπάθεια των κάτω άκρων κατά 3,5 φορές, ενώ σημαντική είναι η επίδραση της και στη χρόνια νεφρική νόσο, την ανάπτυξη άνοιας, και αμφιβληστροειδοπάθειας από τους οφθαλμούς.
Τα αίτια που προκαλούν αύξηση της αρτηριακή πίεσης είναι πολλά και απασχολούν την επιστημονική κοινότητα εδώ και δεκαετίες, περιλαμβάνοντας πολύπλοκους νευροορμονικούς μηχανισμούς. Στα εν λόγω αίτια σημαντική είναι η συμμετοχή της παχυσαρκίας, του άγχους (stress), και της κατανάλωσης αλατιού. Αρά το πρώτο βήμα για όλους μας θα πρέπει να είναι η διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους (διατροφή πλούσια σε φρούτα και λαχανικά και λιγότερο κόκκινο κρέας και λιπαρά), ο περιορισμός της κατανάλωσης αλατιού κάτω από τα 2 γραμμάρια ημερησίως (αποφεύγοντας την προσθήκη επιτραπέζιου αλατιού αλλά και τη χρήση αλμυρών τροφών και σκευασμάτων με κρυμμένο αλάτι), και η μείωση του άγχους με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει. Επιπλέον η καθημερινή άσκηση (τουλάχιστον 30 λεπτά γοργού βαδίσματος ημερησίως) συμβάλει τα μέγιστα καθώς αποδεδειγμένα οδηγεί σε μείωση της πίεσης αλλά και βελτίωση των άλλων καρδιομεταβολικών παραμέτρων όπως του ζαχάρου και των λιπιδίων.
Τέλος με τη συμβουλή και παρακολούθηση του ιατρού μας η υπέρταση μπορεί να αντιμετωπισθεί επαρκώς με τη λήψη φαρμακευτικών σκευασμάτων ανάλογα με την ηλικία και το ιστορικό του καθενός μας. Τα εν λόγω αντιυπερτασικά φάρμακα πέρα από την ρύθμιση της πίεσης, συμβάλλουν και στην μείωση των επιπλοκών που αυτή μπορεί να προκαλέσει με διαφορετικούς μηχανισμούς, με αποτέλεσμα να έχουν βέλτιστο όφελος αυξάνοντας τόσο τη διάρκεια όσο και την ποιότητα της ζωής μας.